Τζορτζ Φλόιντ: Η ζωή του «αγαθού γίγαντα» που «έσβησε» κάτω από το γόνατο ενός αστυνομικού

Το παιδί από την Βόρεια Καρολίνα που μεγάλωσε στο Χιούστον και «έσβησε» κάτω από το γόνατο ενός αστυνομικού, που του πατούσε τον αυχένα

Τον έβλεπες και έφτανε να σου χαμογελάσει μόνο για να διαπιστώσεις ότι ο Τζορτζ Φλόιντ ήταν ένας αγαθός γίγαντας, ένα μεγάλο παιδί, που δεν πρόλαβε να ζήσει.

Και δεν πρόλαβε γιατί κάποιοι αστυνομικοί αποφάσισαν ότι επειδή ήταν ένας μεγαλόσωμος Αφροαμερικανός, ήταν ταυτόχρονα μια απειλή για τους ίδιους, η οποία έπρεπε να εξαλειφθεί.

Εξαλείφθηκε με έναν τρόπο που συγκλόνισε τον κόσμο, με τον Τζορτζ να «σβήνει» έχοντας στον αυχένα του το γόνατο ενός αστυνομικού να τον πατάει.

Αυτός αποφάσισε ότι ο Φλόιντ δεν θα μπορέσει να δει ξανά τις δύο κόρες του να μεγαλώνουν και να ζει μαζί τους μοναδικές στιγμές.

Η 6χρονη Gianna-η μικρότερη-τον αναζητάει επίμονα τις τελευταίες ημέρες, θέλει την τεράστια αγκαλιά του μπαμπά της, αυτήν που κάθε κοριτσάκι λατρεύει να κουρνιάζει μέσα της και να νοιώθει ότι μπορεί να μείνει εκεί για πάντα.

Όμως αυτό δεν θα το ζήσει ξανά η μικρή, ούτε η ετεροθαλής αδερφή της, καρπός του έρωτα ανάμεσα στον Τζορτζ και την πρώην σύντροφο του. Αυτή που θρηνεί μαζί με τους δικούς του ανθρώπους για τη δολοφονία του 46χρονου Αφροαμερικανού, η οποία συγκλόνισε την υφήλιο.

Μια υφήλιο που μέχρι πριν λίγα 24ωρα δεν ήξερε ποιος ήταν ο Τζορτζ, αυτός ο ήρεμος γίγαντας με την καρδιά μικρού παιδιού, που το κλάμα του ακούστηκε σε μια κλινική της Βόρειας Καρολίνας, πριν από σαράντα έξι χρόνια.

Έμφυτο ταλέντο στον αθλητισμό

Ήταν μωρό ακόμη όταν μετακόμισε οικογενειακώς στο Χιούστον, όπου οι γονείς του αναζητούσαν μια νέα αρχή στην ζωή τους και πιθανότατα ένα καλύτερο μέλλον για το παιδί τους.

Ένα καλό παιδί που μεγάλωσε στο προάστιο Third Ward, μια περιοχή στον Νοτιανατολικό τομέα μιας βιομηχανικής πόλης, την οποία δεν χαρακτηρίζεις εύκολα όμορφη.

Ο Τζορτζ μεγάλωσε όπως πολλοί Αφροαμερικανοί με έμφυτο ταλέντο στον αθλητισμό, ειδικά στο μπάσκετ και το football, αφού η σωματοδομή του, τον καθιστούσε ιδανικό για τα συγκεκριμένα αθλήματα.

Η μοιραία απόφαση

Τελείωσε το γυμνάσιο και ξεκίνησε να σπουδάζει σε κολέγιο της Φλόριντα, κυνηγώντας πιθανότατα την ευκαιρία να ξεχωρίσει, αλλά τελικά δεν τελείωσε τις σπουδές του.

Έτσι επέστρεψε στο Χιούστον, όπου ασχολήθηκε με το hip-hop, ως μέλος των Screwed Up Click, στο οποίο τον πρώτο λόγο είχε μια μυθική μορφή, ο Dj Screw.

Παράλληλα εργαζόταν περιστασιακά για να τα φέρνει βόλτα, μόνο που στα τέλη του 2017, τα πράγματα οικονομικά άρχισαν να ζορίζουν.

Πώς βρέθηκε στη Μινεάπολις

Έτσι το 2018 πήρε την απόφαση να μετακομίσει στην Μινεάπολις αφού διαπίστωσε ότι εκεί υπήρχε δουλειά και ξεκίνησε ως οδηγός φορτηγού αρχικά ενώ αργότερα ως σεκιουριτάς σε διάφορα μαγαζιά.

 

Τα αφεντικά του, οι συνάδελφοι του, ακόμη και οι πελάτες είχαν μόνο καλά λόγια να πουν για τον Τζορτζ, όταν ρωτήθηκαν από τα ΜΜΕ.

«Ήταν ένας αγαθός γίγαντας» είπε κλαίγοντας η τελευταία σύντροφος του Roxie Washington με την οποία μεγάλωναν μαζί την μικρή Gianna που συμπλήρωσε: «Οι άνθρωποι κάνουν λάθη και επειδή ήταν τόσο μεγαλόσωμος πίστευαν ότι είναι ένα επιθετικό άτομο, και όχι ένας άνθρωπος που είχε μόνο αγάπη μέσα του και λατρεία για την κόρη του».

Ό,τι κι αν είχε, το έχασε όταν έγινε πρωταγωνιστής και θύμα σε ένα σκηνικό απίστευτης σκληρότητας, με την μπότα ενός αστυνομικού να του πατάει τον λαιμό, συνέχεια.

Ούτε η φράση «δεν μπορώ να αναπνεύσω» ούτε η τελευταία του λέξη «μαμά», στάθηκαν ικανές να γλιτώσουν τον 46χρονο καλοκάγαθο γίγαντα από την μοίρα του.

Μια μοίρα που στήθηκε πάνω στις προφητικές λέξεις από το «1984» του George Orwell, απόλυτα ταυτισμένες με τα όσα έζησε τις τελευταίες στιγμές της ζωής του ο Φλόιντ: «Οι παλιοί πολιτισμοί ισχυρίζονταν πως βασίζονταν πάνω στην αγάπη και τη δικαιοσύνη. Ο δικός μας βασίζεται στο μίσος. Στο δικό μας κόσμο δεν θα υπάρχουν άλλα συναισθήματα εκτός από την οργή, το μίσος, την θριαμβολογία και την ταπείνωση.

Όλα τα άλλα θα τα καταπνίξουμε-όλα!

Αν θέλεις μια εικόνα του μέλλοντος, φαντάσου μια μπότα να πατάει το πρόσωπο ενός ανθρώπου, για πάντα».