ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ: Κοιμόμουν στους δρόμους στα παγκάκια, δεν είχα ούτε να φάω

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ:
Κοιμήθηκα στον δρόμο, σε παγκάκια, δεν είχα να φάω.
Αυτά τα θυμάμαι και πονάω. Ακόμα πονάω.Όταν βρίσκω τέτοια τραγούδια, του δίνω και καταλαβαίνει.
Πρέπει να το έχεις ζήσει το τραγούδι για να το αποδώσεις 100%

Γεννήθηκα στα Τρίκαλα.
Η οικογένειά μου ήταν πάμφτωχη, όπως οι περισσότερες στο χωριό. Ήταν πολύ δύσκολα χρόνια. Οι άνθρωποι έστελναν τα παιδιά τους στον στρατό για να χορτάσουν ψωμί και κάποιοι δεν ήθελαν να πάρουν απολυτήριο.
Ήμουν κάλφας από μικρός, βοηθός δηλαδή. Πήγαινα κάθε καλοκαίρι και βοηθούσα έναν θείο μου στις δουλειές για να ‘χω φαγητό. Αυτό το έκανα επτά χρόνια μέχρι να τελειώσω το δημοτικό.

Μόλις τελείωσα το δημοτικό κατέβηκα στην Αθήνα.Μόνος μου.
Ήμουνα πολύ πιτσιρίκος όταν ήρθα, σε μια ηλικία που ένα παιδί ούτε μπορεί να ξενυχτήσει ούτε τίποτα.
Δεν καθόμουν ήσυχα με τίποτα. Ήθελα να φύγω. Είχα μέσα μου τον καημό του τραγουδιού.
Στην Αθήνα, βέβαια, δεν γνώριζα κανέναν.
Το πρώτο βράδυ κοιμήθηκα έξω στην Πλατεία Ψαρών. Την επόμενη μέρα πήγα στο Κορωπί να βρω ένα χωριανάκι.
Τριγύρω από την εκκλησία της Ανάληψης ήταν συγκεντρωμένοι πολλοί άνθρωποι από όλα τα μέρη της Ελλάδας που έψαχναν μεροκάματο. Έστρωσα κι εγώ εκεί. Μετά από τρεις μέρες πέρασε ένα γεροντάκι και με πήρε να δουλέψω σ’ ένα κτήμα με ζώα και ζαρζαβατικά. Μου φέρθηκαν καλά, σαν δικό τους άνθρωπο. Από τους γέροντες και της γερόντισσες που γνώρισα εκεί, κρατάω τρία πράγματα: ότι ήταν δουλευταράδες, ήταν μερακλήδες και έτρωγαν καλά.
Μετά δούλεψα οικοδομή.

Άρχισα όμως να ψάχνω να γνωρίσω ανθρώπους γύρω από το τραγούδι που ήταν το μεράκι μου. Κατέβαινα με τα πόδια από τον Άγιο Αρτέμιο στην Ομόνοια, στο μπαράκι των μουσικών.

Είμαι ο τελευταίος τραγουδιστής που τραγούδησε Άκη Πάνου, εν ζωή και με την άδειά του. Και αναφέρω τον Πάνου που έδινε δύσκολα τραγούδια γενικά, αλλά εμένα μου τα έδωσε απλόχερα. Κι άλλοι σπουδαίοι δημιουργοί, ο Χρίστος ο Νοκολόπουλος, ο Αντώνης ο Ρεπάνης. Όλοι με αγάπησαν και μου έδωσαν τραγούδια. Ήταν όλοι τους πολύ ευαίσθητοι άνθρωποι. Ξέρεις, όσοι αγαπούν πραγματικά τη μουσική, δεν βγάζουν κακία.

“Το κελί 33”
Θα πω μια ιστορία γι’ αυτό τραγούδι: Όταν έφτασε στα χέρια μου, ο δίσκος που ετοίμαζα είχε τελειώσει. Με το που το είδα, σκέφτηκα ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο. Έβγαλα ένα άλλο τραγούδι από το δίσκο για να βάλω αυτό και τελικά επισκίασε ολόκληρη τη δισκογραφία μου.

Έκανα κι εγώ ένα μικρό πέρασμα από τον Κορυδαλλό. Δεν έχω κάνει φυλακή. Άλλο φυλακή, άλλο πέρασμα.
Ήταν μικρό αλλά να ξέρετε, στις φυλακές τα δειλινά πονάνε πολύ…

Σε μια 15ετία έκανα δύο μεγάλες επιτυχίες. Το «Δρόμοι του πουθενά» και το «Πεθαίνω για σένα». Δεν έκατσα σπίτι μου πάνω στις παλιές μου επιτυχίες. Τροφή υπάρχει. Προσπαθώ να βρίσκομαι ανάμεσα στους νέους. Από κει παίρνω δύναμη.

Άμα τύχει, θα ακούσω και
ξένα τραγούδια. Και τα ξένα τι λένε; Καψούρικα είναι κι αυτά. Κι αυτός χωρίζει και μετακομίζει.

Είμαι 45 χρόνια στη νύχτα.
Είναι ζόρικη.Η νύχτα έχει τους δικούς της νόμους και όποιος δεν τους ξέρει καλά θα κάνει να κάτσει στη μέρα.
Κι η μέρα καλή είναι.
Είμαι από αυτούς που δεν είχαν και δεν έχουν καμία σχέση με τους μηχανισμούς και τα κυκλώματα.
Όσο κι αν προσπάθησαν να μου κάνουν κακό, δεν τα κατάφεραν.

Επί δέκα χρόνια, ο τζόγος με έκανε ό,τι ήθελε. Το θέμα είναι να μη χάσεις εντελώς τον έλεγχο. Κράτα και μια καβάτζα.
Κατάντησα να βάζω πέτρες σε όλη τη λεωφόρο Βουλιαγμένης, καβάτζες. Όταν έφερνα καλή ζαριά, έβαζα ένα 20άρικο κάτω από την πέτρα. Τα ‘κοψα όλα αυτά όμως. Μέχρι και το τσιγάρο έκοψα.

Δεν υπήρχαν δυνατότητες να μπορέσουμε να σπουδάσουμε, να φτιάξουμε, να κάνουμε, κι έτσι μου έχει μείνει αυτό.
Θα ήθελα να είχα τελειώσει το γυμνάσιο, λύκειο, μέχρι εκεί. Δεν ήθελα να έχω τελειώσει πανεπιστήμιο, να έχω γίνει γιατρός, δικηγόρος, κτλ. Ήθελα απλά να είχα μάθει περισσότερα γράμματα.

Ο γιος μου ακολουθεί το επάγγελμα του ηθοποιού. Εχει τελειώσει Οικονομικό Πειραιά, έχει κάνει 5-6 χρόνια κλασική κιθάρα σε ωδείο και από εδώ και πέρα, θα δούμε το μέλλον, θα τον κρίνει ο κόσμος. Δύσκολα χρόνια διάλεξε να κάνει το επάγγελμα αυτό.

Εγώ δεν υπήρξα καψούρης, ήμουν και είμαι πονεμένος τραγουδιστής.

Όταν γεννιόμαστε είμαστε όλοι αθώοι. Στην πορεία,θες η μοίρα, θες η τύχη; κάποιοι βγάζουν κακία. Πρέπει να μπορείς να συγχωρείς.

Αν έκανα έναν απολογισμό ζωής,μέχρι τώρα, θα έλεγα:
Αυτό μπορούσα, αυτό έκανα. Αφού έχω τα μάτια μου ανοιχτά, είμαι ευχαριστημένος. Ξυπνάω και βλέπω τη μέρα. Είναι μεγάλη υπόθεση αυτό.

Αποσπάσματα από:
Vice.com “Μαρία Λούκα.”

The post ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ: Κοιμόμουν στους δρόμους στα παγκάκια, δεν είχα ούτε να φάω appeared first on Koyzoylo.gr.